Ο βελονισμός έχει αναγνωριστεί διεθνώς -αλλά και από την ελληνική Πολιτεία- ως μια έγκυρη, αποτελεσματική και επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδος. Ωστόσο, η αυξανόμενη δημοτικότητά του έχει φέρει στο προσκήνιο ένα σοβαρό και επικίνδυνο φαινόμενο: την προσπάθεια ιδιοποίησης της μεθόδου από μη-γιατρούς, και κυρίως από φυσιοθεραπευτές, οι οποίοι μετά από μερικά ταχύρρυθμα σεμινάρια αυτοπλασάρονται ως «βελονιστές».
Η θέση της Ιατρικής Εταιρείας Βελονισμού Ελλάδας (IGMART), αλλά και του συνόλου του ιατρικού κόσμου, είναι ξεκάθαρη: ο βελονισμός είναι αποκλειστικά ιατρική πράξη. Και αυτό δεν αποτελεί ζήτημα συντεχνιακής αντιπαράθεσης, αλλά ζήτημα επιστημονικής επάρκειας και, πάνω απ' όλα, ασφάλειας των ασθενών.
Η Εκπαιδευτική Άβυσσος: 6+2 Χρόνια έναντι λίγων Σαββατοκύριακων
Το πρώτο και πιο αδιαμφισβήτητο επιχείρημα εντοπίζεται στο χάσμα της εκπαίδευσης.
- Οι Γιατροί Βελονιστές: Για να φτάσει ένας γιατρός να εφαρμόσει βελονισμό, έχει ήδη ολοκληρώσει 6 χρόνια βασικών ιατρικών σπουδών και αρκετά χρόνια ειδικότητας, αποκτώντας βαθιά γνώση της ανθρώπινης φυσιολογίας, ανατομίας και παθολογίας. Πάνω σε αυτό το πανίσχυρο υπόβαθρο, έρχεται να προστεθεί μια διετής, δομημένη μεταπτυχιακή εκπαίδευση στον βελονισμό, με εκατοντάδες ώρες θεωρητικής εμβάθυνσης και κλινικής πρακτικής.
- Οι Φυσιοθεραπευτές: Στον αντίποδα, πολλοί φυσιοθεραπευτές επιχειρούν να εισέλθουν στον χώρο του βελονισμού (συχνά μέσω της τεχνικής της ξηράς βελόνας - dry needling) παρακολουθώντας σεμινάρια λίγων ημερών ή εβδομάδων.
Είναι επιστημονικό ολίσθημα να εξισώνεται η διετής εξειδίκευση ενός επιστήμονα ιατρού με τις σημειώσεις ενός ταχύρρυθμου σεμιναρίου. Η γνώση του ανθρώπινου σώματος δεν αποκτάται με «fast-track» διαδικασίες.
2. Μια Ολοκληρωμένη Ιατρική Μέθοδος με τη Δική της Διαγνωστική Προσέγγιση
Ο βελονισμός δεν είναι απλώς μια συμπληρωματική τεχνική ή ένα «εργαλείο» τοπικής χαλάρωσης των μυών. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη εναλλακτική ιατρική μέθοδο, η οποία βασίζεται σε ένα βαθύ νευροφυσιολογικό υπόβαθρο και εμπεριέχει τη δική της, αυτόνομη διαγνωστική προσέγγιση.
Η επιλογή των σημείων βελονισμού δεν γίνεται στην τύχη, ούτε βασίζεται μόνο στο πού εντοπίζεται ο πόνος. Απαιτεί μια σύνθετη διαγνωστική διαδικασία (που περιλαμβάνει την αξιολόγηση συστηματικών συμπτωμάτων, τον έλεγχο των σφυγμών, της γλώσσας και των ενεργειακών μεσημβρινών), ώστε να εντοπιστεί η ρίζα της ανισορροπίας στο σώμα.
Όταν ο βελονισμός εφαρμόζεται κλινικά, προκαλεί την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών (όπως ενδορφίνες και σεροτονίνη) και τροποποιεί τα σήματα του πόνου στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα. Ο σχεδιασμός ενός τέτοιου ολοκληρωμένου θεραπευτικού πλάνου απαιτεί ιατρική σκέψη, ιατρική διάγνωση και συνδυαστική κρίση, στοιχεία που είναι αδύνατον να καλυφθούν από την απλή εκμάθηση της τοποθέτησης μιας βελόνας.
3. Αξιολόγηση vs. Ιατρική Διάγνωση: Το Φίλτρο που Σώζει Ζωές
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια σαφήνεια επιστημονική διάκριση: Οι φυσιοθεραπευτές είναι επιστημονικά εκπαιδευμένοι να κάνουν αξιολόγηση του νευρομυϊκού συστήματος. Μπορούν να ελέγξουν το εύρος κίνησης, τη μυϊκή ισχύ και τα αντανακλαστικά, ώστε να παρακολουθούν στενά την πορεία και την πρόοδο του ασθενούς κατά την αποκατάσταση.
Ωστόσο, η αξιολόγηση της κινητικής κατάστασης δεν ισούται με ιατρική διάγνωση. Οι φυσιοθεραπευτές δεν έχουν την εκπαίδευση, τις γνώσεις, ούτε τη νομική και επιστημονική δυνατότητα να διαγνώσουν την υποκείμενη παθολογία μιας νόσου.
Η βασικότερη αρχή της ιατρικής επιστήμης είναι ότι η θεραπεία έπεται πάντοτε της διάγνωσης. Αν ένας ασθενής προσέλθει με έντονη οσφυαλγία, η οποία όμως δεν είναι ένα απλό μυοσκελετικό πρόβλημα, αλλά οφείλεται σε έναν μεταστατικό όγκο, μια νεφρική νόσο ή ένα ανεύρυσμα, ο φυσιοθεραπευτής δεν μπορεί να το διαγνώσει. Αν σπεύσει να κάνει «βελονισμό» βασιζόμενος μόνο στη δική του νευρομυϊκή αξιολόγηση, το μόνο που θα καταφέρει είναι να καθυστερήσει την ορθή ιατρική διάγνωση, βάζοντας σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς.
4. Ο Υπαρκτός Κίνδυνος του Πνευμοθώρακα
Ο βελονισμός παρουσιάζεται συχνά ως μια εντελώς ακίνδυνη μέθοδος. Αυτό ισχύει, αλλά μόνο όταν γίνεται από έμπειρα ιατρικά χέρια. Επειδή πρόκειται για μια παρεμβατική (invasive) πράξη όπου το δέρμα διαπερνάται, οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί.
Η πιο σοβαρή και συχνή επιπλοκή του κακού βελονισμού στην περιοχή της ράχης, του θώρακα και των ώμων είναι ο πνευμοθώρακας — η τρώση του πνεύμονα από τη βελόνα, που οδηγεί σε συσσώρευση αέρα και μερική ή ολική κατάρρευση του οργάνου.
Η ανατομική πραγματικότητα: Στην περιοχή των ώμων (στον τραπεζοειδή μυ, όπου οι φυσιοθεραπευτές χρησιμοποιούν κατά κόρον βελόνες), η απόσταση ανάμεσα στο δέρμα και τον πνευμονικό θόλο μπορεί να είναι, ανάλογα με τον σωματότυπο, μόλις 1-2 εκατοστά.
Μια βελόνα που θα εισέλθει με λάθος γωνία ή σε λάθος βάθος από έναν θεραπευτή χωρίς τρισδιάστατη ανατομική αντίληψη, μπορεί να στείλει τον ασθενή εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Επιπλέον, ο πνευμοθώρακας από βελονισμό συχνά εκδηλώνεται ώρες μετά τη συνεδρία (βραδύς πνευμοθώρακας). Ένας μη-γιατρός δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τα πρόδρομα συμπτώματα (δύσπνοια, ξηρός βήχος) ούτε να καθοδηγήσει ιατρικά τον ασθενή για τη διαχείριση της επείγουσας αυτής κατάστασης.
Το άρθρο αυτό δεν έχει σκοπό να μειώσει την επιστήμη της φυσιοθεραπείας. Οι φυσιοθεραπευτές επιτελούν ένα σπουδαίο και αναγκαίο έργο στον τομέα της κινητικής αποκατάστασης μέσω των φυσικών μέσων, των ασκήσεων και διαφόρων τεχνικών.
Όταν όμως η συζήτηση έρχεται στην εισαγωγή βελόνων στο σώμα, τη νευροφυσιολογική παρέμβαση και τη διαχείριση συστηματικών παθήσεων, τα όρια πρέπει να είναι ξεκάθαρα. Η υγεία και η σωματική ακεραιότητα του ασθενούς δεν μπορούν να θυσιάζονται στον βωμό των ταχύρρυθμων σεμιναρίων. Ο βελονισμός ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει ιατρική πράξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου